Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1974.

Δεν γράφω και δεν μιλώ ποτέ για τις μέρες του Πολυτεχνείου που έζησα και που είμαι υπερήφανος για τη γενιά μου. Απλά να θυμίσω ότι το Πολυτεχνείο δεν αμαυρώνεται από μερικούς ριψάσπιδες που δεν υπερβαίνουν καμιά εικοσαριά, όταν σε αυτό συμμετείχαν πάνω από 10.000 αγωνιστές. 

Προτιμώ λοιπόν αυτές τις μέρες, να τις κρατώ μέσα μου και να τις θυμάμαι νοσταλγικά ή να τις συζητώ με μερικούς συντρόφους, όποτε βρισκόμαστε σε κανένα κουτούκι και το κρασί παρέα με το ζεϊμπέκικο που βγαίνει από τα τέλια του μπουζουκιού, μας κάνει να βουρκώνουμε για τη νιότη που έφυγε.

Σήμερα όμως με πήρε τηλέφωνο ένας από εκείνους τους αδελφούς ο Μανόλης ο Γκιουζελιάν συμμαθητής εκείνη την εποχή, που είδε στον τοίχο μου την αναφορά στη Σοφία Βέμπο και μου ζήτησε να γράψω για εκείνη τη βραδιά.  Το κάνω περισσότερο για το μεγαλείο της Σοφίας και την παρακαταθήκη που άφησε, παρά για κάποιο άλλο λόγο, το κάνω ζητώντας συγνώμη από τους συντρόφους που γνωρίζω ότι δεν επιθυμούν τέτοιου είδους περιαυτολογίες.
--

Το βράδυ της Παρασκευής περίπου στις 10 μέσα στο Πολυτεχνείο ήμασταν μια ομάδα μαθητών γύρω στα πενήντα άτομα. Παιδιά ηλικίας από 15 μέχρι 18 ετών. Ήμασταν συγκεντρωμένοι σε μια γωνιά στο πίσω μέρος του κεντρικού οικήματος και περιμέναμε να τελειώσει η συνέλευση της συντονιστικής επιτροπής αγώνα.

Γύρω στις 11 το βράδυ μας πλησίασε μια φοιτήτρια και μας είπε ότι είχαν συνεννοηθεί και συμφωνήσει με την αστυνομία να επιτραπεί η έξοδος των μαθητών χωρίς συλλήψεις και ξυλοδαρμούς. Μάλιστα μας είπε ότι αυτό το εγγυάται ο ίδιος ο διοικητής των αστυνομικών δυνάμεων και για το σκοπό αυτό, υπάρχει μια αστυνομική δύναμη που μας περιμένει να μας οδηγήσει ασφαλείς μέχρι την πλατεία συντάγματος και από εκεί να φύγουμε. Εμείς της είπαμε ότι θα κάνουμε εκεί επιτόπου μια συζήτηση και θα της απαντήσουμε. Μας έδωσε προθεσμία ένα τέταρτο.

Ο πρώτος που πήρε το λόγο ήταν ένας σύντροφος ο Μανόλης Καστρινάκης και μετά ο γνωστός Δημήτρης Κουφοντίνας. Ο Μανόλης ανήσυχος εξέφρασε την άποψη να εγκαταλείψουμε, σε αντίθεση με το Δημήτρη που αν και ήταν μικρότερος δήλωσε ότι αυτός θα μείνει.

Πήραν και άλλοι το λόγο και οι απόψεις διίσταντο. Όμως με εξαίρεση τρείς συμμαθητές από τα γυμνάσια του Νέου Κόσμου που δήλωσαν ότι θα φύγουν, γιατί το πρωί είχαν σχολείο (τότε κάναμε μάθημα και το Σάββατο) όλοι οι άλλοι αποφασίσαμε να μείνουμε. Το είπαμε στην κοπελιά και έφυγε προβληματισμένη.
Μετά από πέντε λεπτά ήρθε ένας άλλος, φοιτητής της Ιατρικής και για να μας φοβίσει να φύγουμε, μας είπε ότι έχουν ζώσει το Πολυτεχνείο με εκρηκτικά και μόλις μπουν μέσα τα άρματα που κατεβαίνουν από το Γουδί, θα το ανατινάξουν. Αργότερα έμαθα το όνομα του και τον γνώρισα. Ήταν ο συγχωρεμένος γιατρός Μανόλης Ψωμιάδης. Τρείς στους τέσσερις είχαν το όνομα Μανόλης. Ούτε αυτόν τον ακούσαμε και παραμείναμε.

Όμως γύρω στις 12.30 τα μεσάνυχτα η κατάσταση είχε αγριέψει πολύ. Τα δακρυγόνα και τα καπνογόνα έπεφταν βροχή μέσα στο Πολυτεχνείο από όλες τις μεριές. Ακούγονταν πυροβολισμοί πολύ πιο συχνά τώρα και οι φήμες οργίαζαν. Άλλοι μίλαγαν για εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες, άλλοι να καλυπτόμαστε γιατί βαράνε στο ψαχνό ελεύθεροι σκοπευτές από τις ταράτσες και άλλοι μας ζητούσαν επιτακτικά να φύγουμε γιατί δεν θα μείνει κανένας ζωντανός όταν θα μπει ο στρατός μέσα. Όλα αυτά τελικά μας είχαν κατατρομοκρατήσει και τώρα όντως θέλαμε να φύγουμε χωρίς όμως να ξέρουμε πώς?
Μερικά παιδιά μάλιστα έκλαιγαν.

Εκείνες τις ώρες ο τρόμος ήταν ανεξέλεγκτος και δημιουργούσε και υστερικές σκηνές. Έτσι αρχίσαμε ένας ένας και όπως μπορούσε να την κοπανάμε.

Ο κύριος όγκος μαζί με κάποιους φοιτητές φύγαμε από την πίσω πλευρά του Πολυτεχνείου πηδώντας τα κάγκελα και βγαίνοντας στην οδό Στουρνάρη.

Κινηθήκαμε στη Στουρνάρη για να φύγουμε προς την οδό Βαλτετσίου. ‘Όμως λίγο πριν φτάσουμε εκεί, είδαμε αστυνομικές δυνάμεις που ερχόντουσαν τρέχοντας προς το μέρος μας. Γυρίσαμε πίσω και βρεθήκαμε εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αυτούς που κατέβαιναν τη Στουρνάρη από τη Βαλτετσίου και αυτούς που την ανέβαιναν από την Πατησίων.

Πουθενά ενδιάμεσα δεν υπήρχε χώρος να καλυφθούμε παρά μόνο ένα περίπτερο και απέναντι από αυτό μια πολυκατοικία με κοίλωμα στην είσοδο. Στοιβαχτήκαμε στο κοίλωμα καμιά δεκαπενταριά άτομα και αρχίσαμε σαν τρελοί να χτυπάμε τα κουδούνια της πολυκατοικίας για να μας ανοίξουν. 

Πρέπει να πέρασε ένα λεπτό που μας φάνηκε αιώνας και ξαφνικά η πόρτα άνοιξε. Μπήκαμε όλοι μέσα και κλείσαμε. Σε λίγο εμφανίσθηκαν οι μπάτσοι και μερικοί ήρθαν και κατασκήνωσαν έξω από την πόρτα κοιτάζοντας μέσα. Κάποιος μάλιστα ούρλιαζε ότι μας είδε να μπαίνουμε εκεί. Εμείς τρομοκρατημένοι και περιμένοντας να μπουκάρουν από στιγμή σε στιγμή ανεβήκαμε στον πρώτο όροφο και αρχίσαμε να χτυπάμε τα κουδούνια των διαμερισμάτων. Δεν άνοιγε κανένας και ξαφνικά από τον πάνω όροφο ακούστηκε μια γυναικεία φωνή να μας λέει. Ελάτε παιδιά ανεβείτε, ελάτε μην κάθεστε εκεί θα σας δουν.
Ήταν μια βροντώδης φωνή σαν αυτή του λοχία όταν δίνει τα παραγγέλματα. 

Ανεβήκαμε όλοι επάνω και είδαμε μια κυρία να μας προσκαλεί να μπούμε στο σπίτι της. Τα πάντα ήταν θεοσκότεινα και μόνο ένα φως έβγαινε από τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος. Μπήκαμε μέσα αλαφιασμένοι και το πρώτο πράγμα που αντίκρισα στο σαλόνι ήταν παντού φωτογραφίες. Ακόμα και στο τραπέζι του σαλονιού και στα κομό.

Υπήρχε μια πολυθρόνα βικτωριανής εποχής που καθόταν ατάραχος ένας κύριος. Η πρώτη αντίδρασή ήταν, όταν η κυρία του είπε… «Μίμη απ ότι βλέπεις απόψε έχουμε εκλεκτούς καλεσμένους για αυτό ας ξενυχτήσουμε και λίγο παραπάνω».






-ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ και ΜΙΜΗΣ ΤΡΑΪΦΟΡΟΣ-




Ο Μίμης γύρισε, μας είδε, σηκώθηκε και μας πρότεινε να καθίσουμε όπου θέλουμε και όπου βολευόμαστε. Χαρακτηριστικό είναι ότι υπήρχε ένας καναπές με γυαλιστερό ύφασμα που φαινόταν πολύ ακριβός και εμείς δεν τολμούσαμε να καθίσουμε, η κύρια το κατάλαβε, έφερε ένα σεντόνι τον σκέπασε και μας είπε «ορίστε καθίστε τώρα».

Η αμηχανία και η σιωπή που βασίλευε εκείνες τις στιγμές μου έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες. Κοίταζα αμίλητος γύρω γύρω τους τοίχους που ήταν γεμάτοι φωτογραφίες, μερικές προσωπογραφίες και άλλες με κάποιους στρατιωτικούς ή κάποιους που καταλάβαινες ότι ήταν σπουδαίοι και τρανοί. Υπήρχαν και μετάλλια όπως αυτά που δίνουν στους ήρωες. Προσπαθούσα να θυμηθώ που την έχω ξαναδεί και τι μου θυμίζει, ρώτησα τους άλλους και κανείς δεν ήξερε.

Όλοι κάπου την είχαν ξαναδεί αλλά δεν ήξεραν πού. Κάποια στιγμή έπεσε το βλέμμα μου σε ένα τραπεζάκι που υπήρχε, με χωρίσματα όπου βρισκόντουσαν δίσκοι 33 στροφών. Και τότε είδα ένα δίσκο που είχε τη φωτογραφία της και έγραφε ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ. Ακόμα και τώρα που το θυμάμαι μετά από 42 ολόκληρα χρόνια με πιάνουν τα ζουμιά. Γυρίζω στο διπλανό μου και του λέω… Ρε αυτή είναι η Σοφία Βέμπο… Και τότε άρχισε ο ένας να το ψιθυρίζει στον άλλο. Η Βέμπο το άκουσε και γέλασε. Γύρισε στο Μίμη και είπε γελώντας « Βλέπεις Μίμη εμένα με ξέρουν ακόμα και τα παιδιά ενώ εσένα ?»

Μετά γύρισε σε εμάς και είπε… « Ναι είμαι η Σοφία Βέμπο, για αυτό να μη φοβάστε, εδώ είστε ασφαλείς τώρα» Αυτό ήταν το καλύτερο ηρεμιστικό εκείνη τη στιγμή. "Εγώ πίνω κονιάκ μας είπε εσείς τι θα πιείτε εκτός από νερό έχω και πορτοκαλάδα". Έφυγε προς την κουζίνα και γύρισε με νερά, πορτοκαλάδες και γλυκό του κουταλιού σταφύλι και κυδώνι. Μπορείτε να βγείτε και στο διάδρομο να καπνίσετε μας είπε αλλά με προσοχή και χωρίς θόρυβο αν και στην ηλικία σας δεν πρέπει να καπνίζετε, εγώ δυστυχώς και πίνω και καπνίζω. Ανοίξαμε κουβέντα για την κατάσταση και για το έπος του σαράντα. « Και εσείς... αν και μικροί, ήρωες είστε, όχι όμως σαν αυτούς» και μας έδειξε μια φωτογραφία στον τοίχο με φαντάρους στο μέτωπο και στη μέση την ίδια.

















Πρέπει να πέρασε περίπου μισή ώρα όταν διαπιστώσαμε ότι κάθε λίγο και λιγάκι άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος εξαφανιζόταν για μερικά λεπτά και επανερχόταν.

Λες και μάντεψε το προβληματισμό μας γύρισε και μας είπε. « Μη φοβάστε σας είπα, απλά κατεβαίνω να δω μήπως υπάρχουν και άλλοι» Και πραγματικά σε κάποια από τις εξόδους της γύρισε με άλλους πέντε όπου μέσα σε αυτούς ήταν και ο φίλος μου ο Γκιουζελιάν. Μας είπε να κάνουμε τηλέφωνο στους δικούς μας και να τους καθησυχάσουμε και μας το είπε πολύ επιτακτικά σαν διαταγή αλλά σημείωσε να μην πείτε που βρίσκεστε. Πράγματι όλοι τότε ενημερώσαμε τις οικογένειες μας τηρώντας τους συνωμοτικούς κανόνες της Βέμπο. Εκείνο το βράδυ για μένα ήταν ένα δώρο που μου έδωσε η τύχη για να μου ξεπληρώσει τη συμμετοχή μου στο Πολυτεχνείο.

Παραμείναμε περίπου μέχρι τις πέντε το πρωί αφού ενδιάμεσα το κουδούνι του διαμερίσματος είχε κτυπήσει τουλάχιστον τρείς φορές από την αστυνομία που έψαχνε άτομα. Μάλιστα την Τρίτη φορά η Βέμπο κατέβηκε η ίδια κάτω και με αυστηρό ύφος τους διέταξε να φύγουν και ότι την έχουν ξυπνήσει τρείς φορές χωρίς λόγο. Εδώ θέλω να αναφέρω σε αντίθεση με όσα γράφονται ότι εκείνο το βράδυ στο διαμέρισμα δεν ήταν κανένας τραυματίας σοβαρά. Απλά δύο είχαν σχίσει τα πόδια τους πηδώντας τα κάγκελα και ένας είχε σπασμένη μύτη όταν έπεσε με δύναμη πάνω στην εξώπορτα της πολυκατοικίας τη στιγμή που προσπαθούσαμε να κρυφτούμε.

Η Βέμπο λίγο πριν ξημερώσει μας είπε τον τρόπο που θα φύγουμε, το σχέδιο της ήταν απλό και ευρηματικό.

Το θυμάμαι αναλλοίωτο έτσι όπως μας το ανέπτυξε.
Μας είπε…
« Θα έρχεστε ανά δύο μαζί μου στην εξώπορτα. Θα καλώ δύο αστυνομικούς θα τους λέω ποια είμαι και θα τους λέω επίσης ότι είστε ανίψια μου από τον Βόλο που πρόκειται να ταξιδέψετε με το τρένο εκεί. Θα τους ζητώ να σας συνοδεύσουν σε ασφαλές μέρος για να φτάσετε στο σταθμό Λαρίσης και από εκεί θα φεύγετε. Εάν σας κάνουν ερωτήσεις εσείς δεν ξέρετε τίποτα, ήρθατε στην Αθήνα πριν τρείς μέρες να με δείτε»


ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ μια ηρωίδα για όλες τις γενιές που έζησε.


Πηγή: Tasos Sideridis



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου